Καρκίνος: Μια νέα ανοσοθεραπεία εξαλείφει όγκους πολύ πιο αποτελεσματικά και γρήγορα
Επιστήμονες ανέπτυξαν αντισώματα που ενεργοποιούν πιο δυναμικά τα Τ κύτταρα, ενισχύοντας την αντικαρκινική άμυνα.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον παρουσίασαν μια νέα στρατηγική που θα μπορούσε να ενισχύσει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο το ανοσοποιητικό σύστημα αντιμετωπίζει τον καρκίνο. Σύμφωνα με τη μελέτη τους, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature Communications, η ομάδα ανέπτυξε ειδικά σχεδιασμένα αντισώματα τα οποία ενεργοποιούν πιο αποτελεσματικά τα Τ κύτταρα – τα κύτταρα-«κλειδιά» που μπορούν να αναγνωρίζουν και να καταστρέφουν καρκινικά κύτταρα.
Η ανεπάρκεια της σύγχρονης ανοσοθεραπείας
Όπως αναφέρεται στο Scitech Daily, η σύγχρονη ανοσοθεραπεία έχει αλλάξει ριζικά την ογκολογική φροντίδα, ωστόσο δεν αποδίδει το ίδιο καλά σε όλους τους ασθενείς. Σε πολλές περιπτώσεις, το ανοσοποιητικό σύστημα δεν «παίρνει το μήνυμα» για να επιτεθεί δυναμικά στον όγκο. Το αποτέλεσμα είναι μια χλιαρή ανοσολογική απόκριση, που επιτρέπει στον καρκίνο να συνεχίζει να αναπτύσσεται. Η νέα προσέγγιση έρχεται να απαντήσει ακριβώς σε αυτό το πρόβλημα.
Ο υποδοχέας CD27
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται ένας ανοσολογικός υποδοχέας που ονομάζεται CD27, ο οποίος παίζει κρίσιμο ρόλο στην ενεργοποίηση των Τ κυττάρων, όμως για να λειτουργήσει χρειάζεται ένα «ταίρι», έναν ειδικό σύνδεσμο. Αυτός ο σύνδεσμος παράγεται φυσιολογικά κατά τη διάρκεια λοιμώξεων, αλλά στους περισσότερους καρκίνους απουσιάζει ή βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Χωρίς αυτό το σήμα, τα Τ κύτταρα ενεργοποιούνται ανεπαρκώς και αδυνατούν να επιτεθούν αποτελεσματικά στα καρκινικά κύτταρα.
Τα αντισώματα χρησιμοποιούνται ήδη ευρέως στην ογκολογία, καθώς μπορούν να λειτουργήσουν σαν ένα είδος «γενικού κλειδιού» που συνδέεται με υποδοχείς του ανοσοποιητικού. Ωστόσο, τα περισσότερα από τα υπάρχοντα θεραπευτικά αντισώματα έχουν το κλασικό σχήμα Υ, με δύο σημεία πρόσδεσης. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να δεσμεύσουν μόνο δύο υποδοχείς τη φορά, περιορίζοντας τη δύναμη του σήματος που φτάνει στο Τ κύτταρο.
Η ερευνητική ομάδα του Σαουθάμπτον προσπάθησε να ξεπεράσει αυτόν τον περιορισμό δημιουργώντας αντισώματα με τέσσερα σημεία πρόσδεσης. Με αυτόν τον τρόπο, τα νέα αντισώματα μπορούν να «αρπάζουν» περισσότερους υποδοχείς CD27 ταυτόχρονα. Επιπλέον, έχουν σχεδιαστεί ώστε να στρατολογούν και ένα δεύτερο κύτταρο, το οποίο αναγκάζει τους υποδοχείς να συγκεντρώνονται – ή αλλιώς να «συσσωματώνονται» – στην επιφάνεια του Τ κυττάρου.
Αυτή η συσσωμάτωση είναι κρίσιμη, γιατί μιμείται πολύ πιο πιστά τον φυσικό τρόπο με τον οποίο ενεργοποιείται το CD27 μέσα στο σώμα. Όσο πιο πολλοί υποδοχείς ενεργοποιούνται μαζί, τόσο ισχυρότερο είναι το σήμα που δίνεται στο Τ κύτταρο για να περάσει σε κατάσταση «επίθεσης». Με απλά λόγια, το ανοσοποιητικό λαμβάνει ένα πιο καθαρό και πιο ισχυρό μήνυμα ότι υπάρχει απειλή.
Τι έδειξαν τα πειράματα
Στα εργαστηριακά πειράματα, που πραγματοποιήθηκαν τόσο σε ποντίκια όσο και σε ανθρώπινα ανοσοκύτταρα, τα νέα αντισώματα αποδείχθηκαν σαφώς πιο αποτελεσματικά από τα συμβατικά. Ενεργοποίησαν σε μεγαλύτερο βαθμό τα CD8⁺ Τ κύτταρα, τα οποία συχνά περιγράφονται ως οι «ειδικές δυνάμεις» του ανοσοποιητικού, λόγω της ικανότητάς τους να σκοτώνουν απευθείας καρκινικά κύτταρα. Το αποτέλεσμα ήταν μια πιο ισχυρή αντικαρκινική απόκριση.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα ευρήματα αυτά δεν αποτελούν άμεσα μια νέα έτοιμη θεραπεία, αλλά ένα σημαντικό «σχέδιο δράσης» για την ανάπτυξη ανοσοθεραπειών επόμενης γενιάς. Κάνοντας τον υποδοχέα CD27 πιο ευαίσθητο και πιο αποτελεσματικό ως θεραπευτικό στόχο, ανοίγει ο δρόμος για πρωτόκολλα που θα ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα με μεγαλύτερη ακρίβεια και ένταση. Σε έναν τομέα όπου κάθε βελτίωση μπορεί να μεταφραστεί σε ζωές, η προσέγγιση αυτή προσφέρει μια πολλά υποσχόμενη νέα κατεύθυνση.